Sunday

Σφαίρα από Σκοτάδι [λόγος πρώτος]

Μάταια φοβάσαι
Κανείς δε θα σε σώσει

Όταν οι ποιητές
Ταξιδεύουν στο φεγγάρι
Από τη γη πηγαίνουν ιστορίες
Για τις αργυροσέληνες

Όρισε φοιβόληπτε ποιητή
Δείξε μας στον άστρινο ουρανό
Ποιος σε γέννησε πλανήτης


Να, δείτε εκείνο το σκοτάδι
Ανάμεσα στη φιλόλαγνη Αφροδίτη
Και τον φίλαλγο Αρη
Όπου σαν με σφαίρα μοιάζει
Εκεί μέσα έχει κρύψει
Η ανθρωπότητα τη γη μου
Και την κατασπαράζει

σκοτεινές σήραγγες

Ποιοι είναι οι άρχοντες εκεί
Που σας υπηρετούν πιστοί

Στην Γαία βασιλεύουν
Η ειρήνη και ο πόλεμος
Είναι ζεύγος ταιριαστό
Ο ένας στον άλλο
Τη θέση του δίνει
Κατά τον τόπο
Κατά τον καιρό

Των λαών η βούληση
Είναι για ποιον

Εκείνοι λένε αγαπούν την ειρήνη
Μα ποιο συχνά καλούν τον πόλεμο
Σε καιρούς ειρηνικούς
Προετοιμάζονται γι’ αυτόν
Σ’ εμπόλεμη συνθήκη
Επικαλούνται εκείνη

Όταν έχουν την ειρήνη
Οι μάνες μεγαλώνουν γυιους
Με ωραία παραμύθια
Για γενναίους ήρωες
Καθώς τον πόλεμο κρατούν
Μετρούν οι γυιοι την αντρειοσύνη
Τα μαύρα οι μάνες ντύνονται
Ωραίους θρήνους ψάλλοντας

Ο πόλεμος
Γραφείς διαθέτει εξαιρετικούς
Συγγράφουν λόγους συγκινητικούς
Να φέρουν πάλι την ειρήνη
Ενώ οι δικοί της ποιητές
Υμνούν τους νεκρούς του ως θεούς
Και μακαρίζουν οι λαοί
Μια τέτοια ηρωική θανή

Στην ειρήνη νοσταλγούν
Πανοπλίες δοξασμένες να ντυθούν
Να τις αιματοβρέξουν
Στον πόλεμο θυμούνται
Του ίασμου την ακριβή ευωδιά
Το ευήμερο λευκάνθος

Η ειρήνη γιορτάζει τον πόλεμο
Με εθνικούς πανηγυρισμούς
Εκείνος της ανταποδίδει
Προσωρινές ανακωχές

Ερωτευμένος πάντα ο πόλεμος
Με την ωραία ειρήνη
Με όλα τα όπλα αγωνίζεται
Για να την κατακτήσει
Γοητευμένη πάλι
Από την δόξα του εκείνη
Με κάθε τρόπο εξοπλίζεται
Στην κλίνη του να φτάσει

Έτσι είναι εκεί
Ο τόπος μου δεν στέκεται
Τον ήλιο να χαρεί
Πλανιέται, σκοντάφτει
Θρυμματίζεται
Γυρεύοντας μάταια το νέο φεγγάρι
Στις σκοτεινές σήραγγες της ιστορίας

θεμέλιος φόβος

Ποιοι είναι του πολέμου υπουργοί
Της ειρήνης στρατηγοί ποιοι είναι

Οι ίδιοι κι απαράλλαχτοι
Ανόητοι θεσμοί

Προκρούστες κοινωνίες
Κατασκευάζουμε και υπηρετούμε
Καταδικασμένοι
Να διακρίνουμε μόνο
Από δω ως εκεί
Στην αγωνία
Πώς θα φτάσουν οι μικροί
Στον φόβο
Περισσεύουν οι μεγάλοι
Διάγουμε τον βίο μας
Με την ζωή παντοτινά νεκρή

Νόμοι ακαταλόγιστα σοφοί
Φροντίζουν την τυφλή υποταγή
Συνθλίβουν
Εκείνους που μοχθούν
Για μια μικρή ελευθερία
Ως που ο θεμέλιος φόβος
Θέτει παράδειγμα
Γι’ αποφυγή

Καθώς πηγαίνει ο άδικος να φονευθεί
Άλλωστε
Πώς ο νόμος θα δικαιωθεί
Αν δεν εκβιάσει τιμωρία βάρβαρη
Πλήθος γύρω φίλοι, συγγενείς
Τον βοηθούν στην καρτερία
Σέρνοντας μάταια φορτία
Προπατορικές ενοχές
Την θανάτωσή του
Αναντίρρητα ν’ αποδεχθεί
Μην τυχόν προκληθούν ταραχές
Στις κοινές συνειδήσεις
Στη ναρκοληψία συνήθεις

Η μεγαλύτερη είναι θλίψη
Όταν βλέπεις άνθρωπο
Στο μικρό προνόμιο πρόθυμο
Με ποια τραγική φαντασία
Το μετατρέπει
Στην ίδια την ελευθερία
Ενώ γνωρίζει
Πρόοδος καμία
Δίχως απόλυτη την συντριβή
Τεχνάζεται μηχανισμούς
Πολύ λιγότερο θνητούς
Από τους φθαρτούς
Υπηρέτες δημιουργούς

Δοξασμένα ονόματα
Για να τρέχει ο κόσμος
Πίσω από κάτι που λάμπει
Και φωτίζει την σπατάλη
Κάποιοι υπερηφανεύονται
Είναι ευγενικά ιδανικά
Είναι για τον ανθρώπινο αγώνα
Αλλά αιμόφυρτη ακούω την γη
Δεν είναι για τον άνθρωπο το μάταιο
Δε θέλουν υπηρέτες οι ιδέες

ανώφελες απολογίες

Η ανθρωπότητα σε όλ’ αυτά
Δοκιμάζει ν’ απαντά


Εγκλωβισμένη στο έγκλημά της
Αφού έκανε απ’ όλες τις πληγές
Να ρέει η απουσία της αγάπης
Η ανθρωπότητα άρρωστη
Αιμορροούν στο κορμί της τόσα μίση
Μέσα στην μήτρα της συνθλίβει
Κάθε ομορφιά
Πριν γεννηθεί
Ο νους της μη δακρυρροήσει
Σκλαβιά χιλιόχρονη άσκοπη

Δεν αφήνει κάτι
Στο μεγαλείο του
Μικραίνει το κακό
Ν’ ανέχεται ο άνθρωπος
Να μην το εξαλείφει
Φτωχαίνει το καλό
Ο άνθρωπος ν’ αντέχει
Το μέτριο μόνο φως

Χτίζει και χτίζεται
Πλάνητες πολιτισμούς
Στην δύναμή του ο καθένας
Δαυλίζει τις αρχαίες φωτιές
Τροχίζει τα παλιά μαχαίρια
Τον άλλο να κατακτηθεί

Οικοδομεί σκεπές
Από τα άστρα να κρυφτεί
Με φόβο για τον ουρανό
Που δαπανά ανώφελα
Αντιπαθεί τον άνεμο
Που ταξιδεύει την ζωή
Και λέει για την βροχή
Που γονιμοποιεί την γη
Ότι είναι η κακοκαιρία

Αψηφά το σύμπαν
Αφορίζει το ένστικτο
Δημιουργεί από την αρχή
Με τον δικό της ψεύτη τρόπο
Μέσα στις σήραγγες της λογικής κρυμμένη
Τα υπέρ και τα κατά
Αθροίζει σαν αλάθευτη
Από τις αφορμές προστατευμένη
Σε αναζητήσεις δεν ξοδεύεται
Κάποτε αξιώνεται
Το κατασκευασμένο αποτέλεσμα
Απώλειες ακολουθούν
Και ανώφελες απολογίες

Η ανθρωπότητα επιδίδεται
Στην ανθρωποφαγία
Όχλοι νεκροί
Ρέουν κάθε μέρα
Στις λεωφόρους
Και αυτή φωνάζει
Βιάσου
Σε όποιον στέκεται να εννοήσει
Καθαρή ματιά μην αντικρίσει

χρονοβόρες καλημέρες

Μέσα σε αυτή τη σύγχυση
Ο άνθρωπος πώς ζει


Υποψιασμένος ο άνθρωπος
Περπατάει τον καιρό του
Με ζήλο αθόρυβο
Την κοιμισμένη αιτία
Μην ενοχλήσει
Και ποθήσει η καρδιά
Του χορού της ζωής
Βήματα άγνωστα

Ξυπνά με βία το πρωί
Ξεπλένει το μυαλό από τα όνειρα
Να τρέξει στης δουλειάς τη φυλακή
Με την κρυφή ελπίδα
Να αποδράσει αύριο
Αφού θα έχει ήδη αρκετά
Κάθε μέρα περισσότερα
Σκαρφίζεται αγαθά
Τα τείχη του υψώνοντας

Μαζεύονται οι άνθρωποι στις πόλεις
Πως νιώθουν ασφαλείς με τους πολλούς
Χωρίσματα τοιχοποιούν ανάμεσά τους
Χρονοβόρες καλημέρες αποφεύγουν
Συμφορά όταν τους βρει
Με τον άνθρωπο θυμώνουν
Πόσο έγινες αδιάφορος
Στου συνανθρώπου σου τον πόνο

Με βίαιο αρχίζει ξυπνημό
Πριν ο ήλιος ανατείλει
Τον πόθο του κοιτάζει δυστυχής
Που ανέξοδα θα σβήσει
Σκορπά της ζωής την ενέργεια
Μοχθώντας σκληρά όλη μέρα
Μη έχοντας ό,τι αποκτά
Μην πηγαίνοντας για όπου βαδίζει

Λίγος οίκτος πάντα περισσεύει
Τα δελτία των ειδήσεων να αντιμετωπίσει
Πώς ξεπέρασαν τους εκατό
Αυτό το μήνα
Λαθραλιευμένοι
Οι νεκροί της ηρωίνης
Από την ανθρωποκτόνο παραγωγή της επιστήμης
Για εκείνους που σέρνουν ακόμα
Ζωντανή την εξάρτυση μέσα στο αίμα τους
Αδιάντροπα ψάχνει το βλέμμα του

Βιάζει τον ύπνο του να σηκωθεί
Κουρασμένον από μάταιες οπτασίες
Του θυμίζουν
Τι λαχτάρησε να ζήσει
Μαρμελάδα ελπίδα καταπίνει
Και ξεκινά, νομίζοντας
Σήμερα θα είναι μια άλλη ημέρα
Όλα γύρω θα χαμογελούν
Δυόσμο θα ευωδιάζει ο δρόμος
Αλλά πάλι δε συμβαίνει
Γιατί δε γίνεται από μόνο του
Λίγο κόπο παραπάνω θέλει
Όλη νύχτα ν’ αγρυπνήσεις ομορφιά
Ομορφιά το πρωί να γεννήσεις

Ασπάλακας ο άνθρωπος
Στο φόβο του θανάτου
Κατά τις ανάγκες του
Φτιάχνει τους θεούς
Και, όταν όλα τα γκρεμίζει
Τάχα να ελευθερωθεί
Επάνω στα ερείπια
Στήνοντας βωμούς
Είναι πάντα έτοιμος
Στο μάταιο να θυσιαστεί

αγάπη σαν αληθινή

Άραγε, σε τέτοιο κόσμο
Θα γεννιούνται παιδιά


Γεννήθηκε από αγάπη
Ο άνθρωπος υποστηρίζει
Για τα παιδιά του όμως διατηρεί
Μια αγάπη σαν αληθινή
Όσο να εκπληρώσει
Την εντολή του μόνο
Το είδος να διαιωνιστεί
Ιδρύματα λοιπόν οικοδομεί
Χτίζονται τα παιδιά
Σε χρήσιμα μεγέθη

Λένε οι εντολές των ανθρώπων
Να τιμάς τους γονείς
Υπερασπίζονται έτσι οι μεγάλοι
Διαγωγές ασεβείς
Κάνοντας χρήση ενοχών
Αν συμβεί να αισθανθούν
Για ένα παιδί σεβασμό

Βιάζονται οι γυιοι
Να μεγαλώσουν
Ν’ απομακρυνθούν
Να ελευθερωθούν
Με υπομονή οι μητέρες
Τους μαθαίνουν να φοβούνται
Φυλάγουν εκείνοι
Την καλημέρα τους για τη σκλαβιά
Αυτές μαγειρεύουν
Το εσπερινό παραμύθι της παρηγοριάς

Ο πατέρας κατεβάζει το κεφάλι
Μπροστά στης κόρης του την τόλμη
Το χαμογέλασμα της προσμονής
Να κρύψει
Για την στιγμή, που
Η μικρότητά του θα δικαιωθεί
Σαν θα γυρίσει πίσω νικημένη
Κάνοντας ό,τι κάνουν όλοι
Λέγοντάς τα ίδια όπως οι πολλοί
Με τα μέτρα του ζυγίζοντας, που
Τώρα απορρίπτει
Στις φοβίες του τρομάζοντας
Που σήμερα αψηφά

Τα μάτια των μεγάλων
Στήνουν στον τοίχο
Των παιδιών τα ερωτηματικά
Οι απαντήσεις τους τα εκτελούν
Λυγίζουν εκείνα, πληγωμένα
Στα δυο διπλώνουν
Στη γη ξαπλώνουν
Μα δε διαλύονται στο χώμα
Καμιά εξήγηση ικανή
Να τα διαβρώσει
Ακρωτηριασμένα τώρα
Πώς να ορθώσουν πάλι
Το απορημένο ανάστημά τους

Κοιμούνται
Μέσα στο αστικό λεωφορείο
Ελπίζοντας ένα όνειρο
Που αμέσως θα ξεχάσουν
Διαβάζουν
Κερδίζοντας λίγο χρόνο, που
Μάταια θα ξοδέψουν

Γνωρίζουν, πώς, με γνώση
Να ελευθερωθούν
Αλλά μέσα στην πληροφορία
Δεν τη συναντούν
Άλλωστε τώρα εκπαιδεύονται
Αργότερα θα ψυχαγωγηθούν
Ένα πολύ κατάλληλα
Διδακτικό παιχνίδι
Ως να οπλιστούν
Όλες τις εξαρτήσεις

Λαχταρούν τα παραμύθια τους
Θέλουν να πλαγιάσουν στις αυλές
Μια ήσυχη νύχτα
Αφού κρυφτούν τα σύννεφα
Να μη σκεπάζουν τ’ άστρα
Ν’ ακούσουν παραμύθια τ’ ουρανού
Να μινυρίσουν το παράπονό τους

Παγιδευμένα στων γονιών το
Εγώ που σ’ αγαπώ
Παιδιά, που
Δε γνωρίσαν ουρανό
Που δε φιλήσαν χώμα
Λαχταρούν μόνο να φύγουν
Για πού μην ξέροντας
Με εμπιστοσύνη
Στη νοσταλγία
Για όσα δεν έζησαν

τόσο ήμερα

Τα φυτά πώς ανθίζουν
Κελαηδούν τα πουλιά

Λένε οι εντολές του ανθρώπου
Να εξουσιάζεις τη γη
Και, ενώ αφανίζει την ζωή
Με αγάπη σαν αληθινή
Ο άνθρωπος
Τα είδη προστατεύει
Χτίζοντας για το καθένα
Όσο να υπάρχει μόνο
Μα όχι και να ζει

Τα θέλει όλα χρήσιμα
Εκτρέφει ζώα
Φυτά καλλιεργεί
Κατά τις ανάγκες που επινόησε
Χρησιμοποιεί την γη
Ως την πλήρη εξάντληση

Έχει κάνει, λέει, φίλους του
Κατοικίδια ζώα
Τόσο ήμερα, που
Όσο κι ο ίδιος
Βαριούνται να ζουν
Με την τροφή στα πιάτα
Ενώ είναι ακόμα χορτάτα
Δε διακινδυνεύει
Την επιστροφή στην φύση
Έχουν για πάντα λησμονήσει
Φως να κυνηγούν

όντας θνητοί

Αυτή είναι η πατρίδα μου
Αργυροσέληνη
Αλλά νιώθω εξόριστος εκεί
Στη φασαρία, τη βιασύνη της
Την ταραχή
Μέσα σε τάξη άπρεπη
Σε φοβισμένη, στείρα λογική
Όπου η μέγιστη σύγχυσις επικρατεί

Δεν είναι τίποτα καινούργιο
Όλα έχουν ειπωθεί
Όντας όμως θνητοί
Ξετυλίγουμε πάντα από την αρχή
Το άπειρο νήμα
Της αιώνιας γνώσης

Διδασκόμαστε
Το μάθημα της ιστορίας
Αόριστους και παρατατικούς
Και πώς ν’ αναγνωρίσουμε
Τον ενεστώτα
Του μεσαίωνα ή της αναγέννησης
Στους δρόμους του μέλλοντα
Πού ακολουθούμε

Ούτε είναι πώς να συνεχίσουμε
Είναι που πρέπει να επιστρέψουμε
Στην κορυφή
Από την οποία κατρακυλήσαμε
Τη φτάνει ο νους
Για μια στιγμή
Σαν τα εφηβικά κορμιά
Στο σμίξιμό τους
Τον ελευθερώσουν

Μα, δεν γελιέμαι
Ούτε βήμα προχωρούμε
Όσο εμείς οδηγούμε
Κρατώντας τα μάτια των παιδιών
Φυλακισμένα
Στο συσκευασμένο αύριο
Σκάβοντας πίσω βάραθρα
Να τρομάζουν και στη σκέψη
Ότι θα επιστρέψουν στις πηγές
Απ' όπου αναβλύζει
Η αιώνια ζωή
Για πάντα εγκαταλειμμένη

No comments:

Post a Comment