Sunday

Ιχνεύω Φέγγος [λόγος δεύτερος]

Μαλακώνει η θάλασσα
Το βράχο
Στον αφρό της

Όταν οι ποιητές
Ταξιδεύουν στο φεγγάρι
Ανιχνεύουν τη γη
Με αργυροσέληνες αχτίδες

Όρισε φοιβόληπτε ποιητή
Λέγε μας πού βρήκες την πνοή
Ζωοφόρος να φτάσεις εδώ

Στην σκιά σου, αργυροσέληνη
Βλέπω τώρα καθαρότερα
Είναι κόσμος μέγας
Βυθισμένος
Στης νύχτας τα χιλιόχρονα
Ιχνεύοντας φέγγος
Ανατέλλει τη ζωή
Εκείνος, που
Γνώρισε την πίστη

αρχαίο νόμισμα

Τη δική σου ύπαρξη
Εσύ πώς έχεις οδηγήσει

Προτίμησα
Χίλια κομμάτια να είμαι
Στον γκρεμό
Παρά να κρεμαστώ
Για όλη τη ζωή μου
Από τη δυστυχία

Διασκορπίστηκες λοιπόν
Στο μικρό σου σύμπαν
Θα σε συντάραξε, θαρρώ
Μεγάλη απορία

Λαχτάρησαν τα μάτια μου
Ορίζοντες
Ανθρώπινα τα έργα
Εναντιώνονται
Κι όλη αυτή η καταχνιά
Μες στην ανάσα τους
Πώς χώρεσε
Να με τυλίγει ασφυκτικά

Πού βρήκαν θέση
Τόσα ψέματα
Μέσα στα κύτταρά μου
Αδειάζω, αδειάζω, αδειάζω
Κάθε φορά
Εξαπόστειλα, λέω
Το τελευταίο άχρηστο
Μα στην επόμενη καμπή
Ανακαλύπτω
Το βλαβερό που ακολουθεί

Άλλως πώς να διατηρήσω
Τη ζωή μου ιερή
Δρομολογώντας σχέδια
Για συντάξιμο μέλλον, που
Στραγγίζουν την λαχτάρα
Της πρέπει η ελευθερία
Ν’ αποκαλύπτει σταυροδρόμια
Να ξετυλίγει τις στροφές
Ν’ απογειώνει τις ταχύτητες
Της αρμόζει η ελευθερία
Να ζήσει αυτοσχεδιάζοντας

Ανάμεσα στους ανθρώπους
Είναι συνθήκη
Αλληλοζητούνται υποδείξεις

Από φίλο αγαπητό
Μια μόνη πήρα νουθεσία
Ό,τι είσαι, ακριβέ μου, είχε πει
Μες στην καρδιά σου είναι
Και πού ψάχνεις ταυτότητα

Ο δρόμος της καρδιάς
Είναι μακρύς
Μοναχικές και δύσβατες
Οι ατραποί

Το αρχαίο νόμισμα
Η μοναξιά
Η μια της όψη
Ολο ρυτίδες, σκοτεινή
Ως δίνη σε βυθίζει
Στον αφανισμό
Αν την στρέψεις απ’ την άλλη
Λαμπερή και γόνιμη
Εγκαταλείπεσαι
Ν’ αναδυθείς
Το δικό σου φως

Αποτινάσσεις
Τον ζυγό της εγκαρτέρησης
Αναζητώντας
Τους κινδύνους να θηρεύσεις
Ζωοφόρος
Ανταμώνεις
Με μιαν άνοιξη

Είναι η ανθρώπινη ερμηνεία
Το τραγικό, που
Δείχνει τον δρόμο
Για τη σωτηρία

Δεν ησυχάζει ο νους
Οι πτώσεις
Στον πυθμένα της αβύσσου
Να παύει η αναπνοή
Οι πτήσεις
Ως βαθιά μες στο γλαυκό
Σε ευλογία οι αισθήσεις

Η μεγάλη επιθυμία μας
Εάν συμφωνείς κι εσύ
Από το εγώ σου είναι να βγεις
Να μας δεχθείς στο χώρο
Του εσωτερικού σου χρόνου
Ν’ αγγίξουμε
Της μνήμης σου την μελωδία
Την ευωδία του νου σου
Να γευθούμε
Το αχνόφεγγο
Ν’ ακούσουμε
Σαν σ’ έφερνε
Τη ρύμη για τον ουρανό

χρωμοφόρος ώρα

Μνήμη που γεύεται
Τη γνώση του άπειρου
Ως τις στιγμές του ο ορίζοντας


Το ωχρό, που
Χρωματίζεται το βίο μας
Χαμογελά τ’ απομεσήμερα
Στην αύρα του έρωτα
Ευωδιάζει γιασεμί
Ανθίζουν τα χείλη
Και τα όνειρα
Την ίριδα

Ξανθός
Πλαγιάζει ο ήλιος
Στη γονιμότητα
Της κουρασμένης γης
Γεννιέται
Του ουρανού το τριανταφυλλί
Το μεγαλόπρεπο αντίο της ημέρας

Ως βρέφος πάλλευκη
Δωρώντας ρόδα
Στα γαλανά όνειρά της
Αλκυονίδα αυγή
Οδηγεί
Από τις κορυφές του Υμηττού
Αστραφτερή
Την αίθρια ημέρα

τηλαυγής καιρός

Της ωραίας νεότητας
Οι αύριο πηγές
Όπου αναβλύζει η ρέμβη

Όμορφη κόρη
Δροσερή
Πλούτος της η σφοδρή ορμή
Όπλο το αξόδευτο όνειρο
Απαιτεί μια άλλη ηθική
Θεριεύει σε ανάσταση
Θέλει τον κόσμο ομόνοο
Το δίκαιο να είναι ανθρώπινο
Ο δρόμος του βίου ανοιχτός
Την λαχτάρα της ζωής
Φυλάγει μες στη μήτρα της
Καλώντας τον παράδεισο

Τον χειμώνα θαλπωρή
Δροσιά στο καλοκαίρι
Φωτογόνε γυιε μου
Η νιότη σου
Γιορτάζει πάντα άνοιξη
Περιγελώντας
Την ενήλικη ζωή μου, που
Μόνιμα σ’ ένα φθινόπωρο
Με μόχθο και αγωνία
Κρατώ αποκαταστημένη

Η μητέρα αγαπά
Ελεύθερο το γυιο της
Και όχι δουλικό
Ο πατέρας διδάσκει
Την κόρη του υπερήφανη
Όχι ταπεινωμένη
Ο δάσκαλος με ζήλο
Ωθεί το μαθητή
Ώστε ο νέος άνθρωπος μπορεί
Το σύμπαν ν’ αναρριχηθεί
Ν’ ακούσει θεία μουσική

αστροφεγγής δρόμος

Στόχαση αν έχει δυνηθεί
Τους ουρανούς να ψηλαφεί
Από τη γη


Νιώθω το ταξίδι
Σαν σε βλέπω
Πανσέληνη
Βουτάς στα σύννεφα
Και χάνεσαι
Βγαίνεις κατόπιν
Απαστράπτουσα
Στο διάφανο σκοτάδι τ’ ουρανού
Δίχως δική σου κίνηση καμία

Νύχτα ζεστή
Εγώ στα πόδια σου
Όταν στη φωνή σου
Ανθίζει
Όλη η άνοιξη
Γεύομαι παραμύθια
Γι’ άλογα φτερωτά, που
Ταξιδεύουν τα όνειρα
Παντού στους γαλαξίες

Στην αυλή
Γεράνια ανθισμένα
Αυτή την πολύτιμη ώρα
Μετά την ημέρα
Σε λίγο
Μας βλέπουν τ’ αστέρια
Δεν μπορεί να κρυβόμαστε
Με τα φώτα της πόλης
Από το φως του σύμπαντος

όμβριο ίαμα

Η ευωδία των κελαρυσμών
Καθώς η σκέψη καθαρίζει
Από τον κονιορτό της τύρβης

Πλένει η βροχή
Λεμονιά ανθισμένη
Στον ακάλυπτο
Κάποιο μπαλκόνι
Με ανοιχτό ραδιόφωνο
Ένας σπουργίτης
Ψάχνει να μη βρέχεται
Το καναρίνι
Στο κλουβί του
Τραγουδάει

Το δειλινό της πόλης
Κυριακή
Μετά από βροχερή ημέρα
Τα γκρίζα όλα πλυμένα
Ρυάκια ακόμα τραγουδούν
Και, αν φυσήξει ο αγέρας
Από τα δέντρα
Λίγες σταγόνες
Επάνω στα μαλλιά σου θα σταθούν

Νεφοσκεπάστηκαν οι κορυφές
Σύγκορμος ο βουνός ριγεί
Το δόσιμο προσμένοντας
Της ωραίας βροχής
Στο πλήρωμά της έτοιμη
Ανελέητα τον πορθεί
Γεμίζουν τα σπλάχνα του ύδατα
Πλημμυρίζουν οι φλέβες του ζωή
Μυροφόρο το χώμα
Τον τέλειο έρωτα υμνεί

εύτολμος ερωτιδέας

Η μελωδία σ’ αγαπώ
Τις κοιλάδες του κορμιού
Σαν κυματίζεται


Άνδρας ως τον ώριμο στάχυ
Σκληρός, ανυποχώρητος
Ο πόθος υποφέρει στην ματιά του
Μέχρι το χορτασμό
Γυναίκα ρόδο ανοιχτό
Στην ευώδη σαγήνη τους
Τα ροδοπέταλα βαριά
Ολισθήματα θέλγουν ρυθμικά
Έως ότου η μνήμη σταματά
Μαγεμένη στιγμή
Ολόκληρη η αιωνιότητα
Κλεισμένη εκεί

Επάνω στον ίδιο βλαστό
Αρσενικό άνθος γλαυκό
Πορτοκαλί το θηλυκό
Το δένδρο αργυροπράσινο
Οι ρίζες του βαθιά
Βαθιά μέσα στη θάλασσα
Κρατά τον ήλιο στη σκιά
Να κοιμηθεί η ομορφιά
Της προηγούμενης ημέρας
Γέννησε πάλι
Τον αρχαίο έρωτα
Σε πάτρια γη
Ιουλιανή σελήνη νέα

Πλανημένοι από στεγνούς καιρούς
Κορμιά ξενητιές
Σαν ανταμώσουν την πατρίδα τους
Οι εραστές
Γυμνοί χοροί στον ποταμό
Κυλούν μαζί με το νερό
Ιουλιανές εσπέρες νότια
Να ανατείλουν τον Τοξότη
Και τώρα είναι πάντα
Καθώς οι δυο σε μία σάρκα

δακρυρροούσα ευχή

Το δάκρυ όταν τραγουδά
Τα ονειρόφτερα
Κρυφής λαχτάρας

Καίγεται το κερί
Λαχταρά να διαλυθεί
Να απαλλαγεί
Από το σχηματισμό
Κλαίει για τη μορφή
Που τώρα χάνει
Θρηνεί για την ελευθερία
Που τρελά ποθεί
Έως την εξαΰλωση

Δακρύζουν καλημέρες
Τα πράσινα φύλλα
Πρωινή προσευχή
Ανυψώνουν το βλέμμα
Από το έδαφος
Που όλη τη νύχτα
Γλυκά τ’ αποκοίμισε
Ακούν το φως
Ξανά να γεννιέται
Τη ζωή ν’ αφυπνίζεται

Με καλησπερίζει
Δακρύζοντας
Πώς επιστρέφω μόνη
Στιλπνός
Κάτω απ’ την σκόνη του
Στο φως της λάμπας
Ρόδινος φιόγκος
Το τελευταίο δώρο
Μένει ανεπίδοτο
Τυλιγμένο
Τη μενεξεδιά του θλίψη

δεινή ουσία

Το δώρο έχει προσφερθεί
Στον άνθρωπο
Να τραφεί την αγάπη


Η αγάπη
Η μόνη εξήγηση
Για κάθε τι, που
Σε πείσμα όλων
Την αλήθεια υμνεί
Μια σταγόνα της
Να ελευθερώσει κάποιος
Και το θαύμα θα εκλυθεί
Ένα ακόμα θ’ ανθίσει
Αξιόμαχο λάθος
Ανάμεσα σε άνυδρα φυτά
Στην αναλγησία ομόθυμα

Διψασμένος ο νους
Το κορμί παγωμένο
Στην ένοχη πληγή
Πολύ βαθιά κρυμμένος
Ως να αφήσω
Της αγάπης ένα δάκρυ
Τα μαραμένα χείλη μου να φτάσει
Γλαυκή η όστρια με ανεβάζει
Τους ουρανούς μου να υψωθώ

Απλώνω τα χέρια
Ν’ αγγίξω την αγάπη
Το σταλαγμό της μόνον
Ως τ’ ακροδάχτυλά μου
Φέρνει ο άνεμος
Ζωντανή η ζωή
Ταξιδεύει μέσα μου
Ορίζω τα μέλη μου
Και, ενώ μακριά του
Είχα εγκαταλειφθεί
Κάτω απ’ τα βήματά μου
Είναι πάλι ο δρόμος μου

τέταρτη υπόσταση

Η προθυμία και η θλίψη
Περπατούν μαζί
Ως να υψωθεί στη θέση της
Η τέταρτη υπόσταση
Οι σχέσεις και οι δεσμοί
Θέλουν πόθο και κόπο πολύ
Να εφαρμοσθούν στη γη
Αφού στους ουρανούς
Έχουν σχηματιστεί

Μικρά, γεμάτα
Ευλογημένα ίχνη
Απ’ ό,τι χαρίσαμε στη λήθη
Την ηδονή και την οδύνη
Που διαρκώς γεννούν το σύμπαν
Αλλά και αυτά βυθίσαμε
Στα υπόγεια της μνήμης
Να τηρούμε τη ζωή μας
Ακριβείς και ασφαλείς
Μια ολόκληρη ζωή
Μέσα στο τίποτα

Πόσο ανεμπόδιστα
Σέρνεις το βήμα σου πίσω ξανά
Την περιπέτειά σου οικτίροντας
Αν και είσαι ανεφοδίαστος
Την επιστροφή μη βιάζεις
Δεν είναι, αν σου μοιάζει
Ο δρόμος αυτός περατός
Αιθεροφτερουγίσματα
Σου φέρνουν χάρισμά μας
Τις καινούργιες λέξεις
Να ανοιχτείς
Αν βουληθείς
Τα πέλαγα της σκέψης

No comments:

Post a Comment